Monday, February 23, 2026

Δυο λόγια για τον Γιάννη Ρωμανό

 


Από τον Στέφανο Εμμ. Γεωργιάδη

Ενόψει  της συνεργασίας μας με τον σκηνοθέτη Γιάννη Ρωμανό στο έργο του Αριστοφάνη "Λυσιστράτη",  κι εντυπωσιασμένος στην πρόβα από τη μέθοδο του, ( οδηγίες προς ηθοποιούς όχι έτοιμες, αλλά απ' την έμπνευση της στιγμής και με συμμετοχή των ίδιων), θα παρουσιάσω  τον αξιόλογο τούτο δημιουργό, και με αφορμή τις δυο παραστάσεις του του με τίτλο: "ΣΤΙΓΜΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ" στον πολυχώρο "ΗΧΟΔΡΑΣΗ" τον Μάρτιο στο Κουκάκι.

 

Ο Γιάννης Ρωμανός, γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1953 από πατέρα Μικρασιάτη και μάννα Κεφαλονίτισσα. Σκηνοθέτης και ηθοποιός εξαίρετος, με θητεία στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.

Είναι επίσης  συγγραφέας αξιόλογων θεατρικών βιβλίων. 

Έχει εργαστεί και ως χορευτής έντεχνου χορού στο ''Αέναο χοροθέατρο" του Daniel Lommel στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, δημιουργώντας και τη θεατρική ομάδα "Προσέγγιση" (2010). Αργότερα στην Αθήνα, δημιούργησε τη "Λέσχη θεάτρου'', ένα στέκι καλλιτεχνών, όπου μέχρι σήμερα μελετά και παρουσιάζει έργα Ελλήνων και ξένων δραματουργών. 


Τελειώνοντας το Λύκειο, έφυγε  με υποτροφία  στο εξωτερικό. Σπούδασε κλασικό θέατρο, χορογραφία, σκηνοθεσία και σκηνογραφία, στο Sussex της Αγγλίας.

Επίσης στο εξωτερικό εργάστηκε και ως σολίστ χορευτής σε όπερες, στη Γερμανία , Ελβετία κλπ.

Η συνεργασία του με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας ξεκίνησε μετά τον επαναπατρισμό  και οριστική του εγκατάσταση στην Ελλάδα, περίοδο που ίδρυσε και τις θεατρικές ομάδες που αναφέραμε.

Ως συγγραφέας έγραψε αξιόλογα βιβλία θεατρικού περιεχομένου όπως: "Θεατρικοί μονόλογοι", ''Δολοφονικές... αστειότητες'',  "Διασκευές", "Αλλόκοτες ιστορίες''  (εκ των οποίων τα δύο τελευταία θα είναι διαθέσιμα στην επερχόμενη παράσταση "ΣΤΙΓΜΕΣ ΘΕΑΤΡΟΥ"  (διάβασε παραπάνω)

 Οι μουσικές κοινότητες νοτίων προαστίων ''Ικαρία τρόπος'', πάντα  σε αδιάσπαστη  ενότητα με το θέατρο και τη λογοτεχνία, και πάντα υποστηρίζοντας την πολιτιστική ζωή και τη σύνδεση της τέχνης με την κοινωνία, θα υποστηρίξουν τόσο ετούτη την  παράσταση του Γιάννη Ρωμανού, όσο και την επόμενή του πολύ επίκαιρη "Λυσιστράτη'' του Αριστοφάνη. 


Στέφανος Εμμ. Γεωργιάδης: καθηγητής μουσικής - μουσικοσυνθετης - μαέστρος μουσικών κοινοτήτων ''Ικαρία Τρόπος''  

Sunday, February 22, 2026

Ο γέρος με το καμτσίκι (μια Μπραχαμιώτικη ιστορία)




Ήταν μια γειτονιά της εποχής του εξήντα. Ένας χωματόδρομος όπου τ' αμάξια που τον διέτρεχαν άφηναν πίσω τους ένα σύννεφο σκόνης που σου έκοβε την ανάσα. Ένα καφενείο με γλυκά στη βιτρίνα του ψυγείου που κόλλαγαν τα πιτσιρίκια πάνω της  τη μούρη τους και ξερογλείφονταν. Οι γυναίκες βγάζανε τις καρέκλες στα πεζοδρόμια και κάνοντας πως πλέκουν κουτσομπόλευαν. Οι άντρες μαζεύονταν τα βράδια σ' αυτό το καφενείο και παίζανε χαρτιά και τάβλι. Το εργοστάσιο απέναντι έκλεινε στις 4.  Οι εργάτες έτρωγαν το κολατσιό τους στο διάλειμμα και τα μεσημέρια όσοι δεν είχαν οικογένεια έτρωγαν πάλι εκεί. Στο καφενείο.  Αναμεσά τους βρισκόταν και ο Σπίνος. Ο εργάτης που μου έφτιαξε το αλουμινένιο καρότσι για την κούκλα μου, και που εξαφανίστηκε λίγες μέρες μετά το πραξικόπήμα. Την ιστορία του έμαθα χρόνια μετά, θα σου στην εξιστορήσω σε  ένα κείμενο  ειδικά γι' αυτόν. 

Ένα άλογο περνούσε κάθε μέρα την ίδια ώρα και έστριβε στο κάθετο στενό. Μετά από λίγο το άκουγες να χλιμιντρίζει στην πίσω αυλή. Αν ήθελες να δεις μέσα στην αυλή έπρεπε να κάνεις το γύρω όλου του τετράγωνου. Τότε έβλεπες, το άλογο και το καμτσίκι. Ένα κομμάτι ξύλου με λεπτές λωρίδες δέρματος να κρέμονται ως επέκτασή. Στα χέρια του γέρου που είχε το άλογο. Και πως γινόταν ο γέρος να είναι πάντα εκεί όταν ήθελες να δεις το άλογο, με το καμτσίκι στο χέρι, άξιο απορίας. Έτσι και αποξεχνιόσουν ν' ακουμπήσεις τα χέρια σου πάνω στη μάντρα που χώριζε την αυλή από το πέρασμα που στεκόσουν, ουέ κι αλίμονο.
Αυτό το πράγμα πάντα έβρισκε το στόχο του. Λες και ο γέρος μπορούσε να προβλέψει ακριβώς το σημείο που θ' ακουμπούσες ώστε το χτύπημα ήταν εκεί πριν απ' το χέρι σου. Και δεν είχε προστασία ανηλίκων τότε, δικαιώματα παιδιού και καταγγελίες και αστυνομική παρέμβαση. Αν δεν ήθελες να φας την καμτσικιά έπρεπε να μην πλησιάσεις τη μάντρα. Όμως αυτή η άτιμη, ήταν σαν μαγνήτης που σε τραβούσε να πλησιάσεις, ν' ακουμπήσεις. Η χαρά του γέρου. Του μπάρμπα Κώστα.
Και είχε μια γυναίκα αυτός που ήταν γιάτρισσα, πρακτική. Όλοι σ' αυτήν έτρεχαν για κάθε αρρώστια και κάθε ατύχημα. Και ήταν ένα παράξενο ταίριασμα αυτό, η δημοφιλής γιάτρισσα με τον αχώνευτο γέρο.
Η μία θεράπευε, ο άλλος προκαλούσε πληγές στα χέρια των παιδιών.
Και από μέσα από το σπίτι άκουγες βογγητά και κλάματα και φωνές παιδικές, τα βογγητά από την άρρωστη κόρη των υπερήλικων, και λέω υπερήλικοι αλλά ιδέα δεν έχω πόσο στ' αλήθεια χρονών ήταν, καθώς εγώ πολύ μικρό κορίτσι τους έβλεπα σαν μαθουσάλες. Και οι φωνές οι παιδικές, ήταν του αγοριού της άρρωστης, που φρόντιζαν οι παππούδες του.
Και ήταν μια χρονιά που χιόνι πολύ έπεσε στη γειτονιά και βγήκαν όλα τα παιδιά και παρέσυραν και τους γονείς και γέμισαν τα πρόσωπα χιονισμένα χαμόγελα και φωνές ενθουσιασμού, και εκδικητική ικανοποίηση αφού από θέση λίγο πιο πίσω, μπορούσαμε να σημαδεύουμε το σκούφο του κακού γέρου στην αυλή, που παραδόξως τιναζόταν και γελούσε. Γελάει στην επίθεση κι αγριεύει στο φόβο; Τι παράξενος άνθρωπος σκεπτόμουν. Και ρώταγα τους μεγάλους γιατί γελάει και μου έλεγαν επειδή είναι χαρούμενος. Και γιατί να είναι χαρούμενος ένας γέρος που τρώει τη μια πίσω από την άλλη τις χιονόμπαλες καταπρόσωπο; γιατί; "-Γιατί παίζει η κόρη του".
Η φωνή; η χωρίς πρόσωπο και σώμα φωνή, ακούστηκε δίπλα μου. "-Έλα βρε μικρό τώρα εσύ να σου δείξω που κοροϊδεύεις τον πατέρα μου".
Και πριν το καταλάβω τρώω μια μπουκιά χιόνι στο στόμα κι αρχίζω τα κλάματα, μέχρι που χάνομαι μέσα σε μια αγκαλιά που μυρίζει καμφορά και φάρμακα. Το αυτί μου είναι κολλημένο σε μια καρδιά που χτυπά δυνατά, ταραγμένα, μια καρδιά έτοιμη να ξεκολλήσει από τη θέση της και να βουλιάξει στο χιόνι. Και ακόμα δεν βλέπω πρόσωπο επειδή δεν έχω σταματήσει το κλάμα, ώσπου ακούω τη φωνή του γέρου. "-Έτσι είναι αυτή! κλαψιάρα! Όσο την καλοπιάνεις κλαίει. Φοβέρισέ την να δεις γλώσσα που βγάζει! 
-Εσύ είσαι κλαψιάρης και κακός!" Του φωνάζω μέσα από το κλάμα μου. Και τον ακούω έκπληκτη πάλι να γελάει και η καρδιά στο αυτί μου πάνω, τραντάζεται κι αυτή από τα γέλια. Νιώθω κι ένα φιλί να μου ζεσταίνει το παγωμένο μάγουλο. Και τότε την είδα. Μια πανέμορφη  με πλούσια κατάμαυρα μαλλιά και κάτασπρα δόντια γυναίκα. Τα μάτια της δυο τρελές μαύρες μπίλιες έπαιζαν δεξιά αριστερά ρουφούσαν, κατάπιναν τον κόσμο. "
-Και ποια είσαι εσύ; Γιατί μου έριξες το χιόνι στο στόμα; ε;
-Δεν με θυμάσαι βρε; η Κατίνα είμαι! η μάνα του Κωστάκη".
Η μάνα του Κωστάκη! Η φωνή, ο πόνος, το κλάμα της νύχτας.
Ήταν πολύ κοντά το σπίτι μας με το δικό τους. Μερικά μέτρα γης ένα μικρό οικόπεδο, μας χώριζε. Κι αυτό που εγώ αποκαλώ "σπίτι" μας, ήταν μια τρύπια παράγκα φτιαγμένη από πεπιεσμένο χαρτόνι και δεκάρες. Κάθε πρόκα πέρναγε μέσα από μια δεκάρα και καρφωνόταν, ώστε να μην γίνεται τρύπα στο χαρτόνι. Ζούσα στο σπίτι με τις αμέτρητες δεκάρες.
Και λίγη ώρα μετά μου είχε περάσει η τσατίλα και το παράπονο από τη μπαλιά στο στόμα, συνεχίσαμε το παιχνίδι και τα μάγουλα της Κατίνας ήταν δυο κατακόκκινα τριαντάφυλλα. Και για όσο ήταν έξω μαζί μας εκείνη, κανείς δεν πήγαινε να φάει, καμιά μάνα και κανένα παιδί και κανένας άντρας δεν έκανε την αρχή να φύγει. Ώσπου ακούστηκε η φωνή της γιάτρισσας. 
"-Έλα μέσα παιδί μου! φτάνει πια! Μην κουράζεσαι άλλο!"
Μετά από δυο τρεις φορές που τη φώναξε, αποφάσισε να υπακούσει. Ένας υπόκωφος βήχας είχε αρχίσει να της κόβει το γέλιο, που γινόταν όλο και συχνότερος. Η γιάτρισσα έτρεξε και την τύλιξε με μια κουβέρτα, κι άρχισε μαλακά να την τραβάει προς το σπίτι. Η Κατίνα σαν πριγκίπισσα που χαιρετάει τα πλήθη, κούνησε το χέρι της προς κάθε κατεύθυνση. Σε μένα έστειλε κι ένα φιλί. 
"-Συγνώμη για τη μπαλιά κοριτσάκι! κατά λάθος σε βρήκε στο στόμα. 
-Έλα μωρέ, δεν πειράζει, τι έπαθα;" Της είπα με έπαρση, κι αυτή έβαλε για άλλη μια φορά τα γέλια.
"-Πολύ πλάκα έχει αυτό το διαολάκι. Πολύ το γουστάρω", είπε στον πατέρα της περνώντας στην αυλή, καθώς εγώ από πάνω, την κοίταζα που αποτραβιόταν στο σπίτι και της έστελνα φιλιά.

Κι εκεί σ' αυτή τη γειτονιά, είχε πολλά αδέσποτα ζώα, σκύλους και γάτες.  Τη νύχτα αυτή τη χιονισμένη, έψαξαν για  καταφύγιο στεγνό να κουρνιάσουν  τα ζώα κι ένας σκύλος ο Ταρζάν, αποδιωγμένος από τα άλλα που κατέλαβαν και την παραμικρή στεγνή γωνιά, μπήκε μέσα στον καμπινέ μας που ήταν έξω από την παράγκα μας, στα μισά της απόστασης προς τη μάντρα του γέρου. Κι από κει μέσα ούρλιαζε, αλυχτούσε όταν η νύχτα προχώρησε πολύ και μας ξύπνησε όλους. Ο πατέρας μου αγριεμένος είπε, "-Τώρα ρε πούστη θα δεις τι θα πάθεις" και πέταξε τα σκεπάσματα από πάνω του. Αλλά η μάνα μου τον γύρισε στο κρεβάτι. 
"-Άσε το ζωντανό, κρυώνει τι να κάνει κι αυτό; 
-Να πάει να θρηνήσει αλλού το κοπρόσκυλο! όχι έξω από την πόρτα μου!"
Κι αμέσως μετά άκουσα τη μάνα μου, "-λες; η Κατίνα;"
Και την απάντηση δεν την πήρε από τον πατέρα μου, αλλά από μια κραυγή που ακούστηκε μέσα στη νύχτα, μία μακρόσυρτη θρηνητική κραυγή που δεν ήταν του σκύλου. "-Κατίναααα!"

Ήταν η κραυγή του γέρου με το καμτσίκι. Ύστερα δεν θυμάμαι πως βρέθηκα για το υπόλοιπο της νύχτας στο σπίτι της θείας μου, με τους γονείς μου να λείπουν, μόνο τη θεία που μας έλεγε, "κοιμηθείτε παιδιά. Θα έρθει να σας πάρει η μάνα σας το πρωί, έχουν πάει σε μια δουλειά, κοιμηθείτε".

Και ύστερα από λίγες μέρες φύγαμε από την παράγκα και πήγαμε δίπλα, ακριβώς δίπλα, σε ένα σπίτι που βρισκόταν ακόμα στο ίδιο οικόπεδο σύνορο με τη μάντρα του γέρου, αλλά είχε δικό του καμπινέ. Εγώ τη μάντρα την απαγορευμένη δεν έλεγα να την ξεχάσω. Με το που ξύπναγα και ντυνόμουν έτρεχα εκεί να δω το άλογο, να βγάλω τη γλώσσα μου στο γέρο, να ρισκάρω τα χέρια μου ακουμπισμένα πάνω της. Αλλά παρόλο που ο γέρος φανερά καθόταν στη μέση της αυλής, κι όχι όπως άλλοτε κρυμμένος πίσω από την ελιά για να με ξαφνιάσει, δεν αντιδρούσε που με έβλεπε. Και τον κοίταζα και με κοίταζε. Και τον κοίταζα και με κοίταζε. Του έβγαζα μια φορά μόνο τη γλώσσα και ύστερα ακίνητοι, κοιταζόμασταν. Και στην αρχή σκεπτόμουν πως περιμένει να αποξεχαστώ και να ακουμπήσω τη μάντρα. Και τό' χα σαν στοίχημα και σαν παιχνίδι, ποιος θα κουραστεί πρώτος.
 Ώσπου μια μέρα βαρέθηκα και κρέμασα τα χέρια μου μέσα. Κι αυτός σηκώθηκε από κείνο το σπασμένο σκαμνί που απορούσα πως τον κρατάει. Τον είδα να έρχεται προς το μέρος μου και έψαχνα να βρω το κρυμμένο καμτσίκι, σε κατάσταση ετοιμότητας. Ήρθε ακριβώς από κάτω. Μου έδειξε τα χέρια του άδεια. Τα άπλωσε στα δικά μου. Δεν τα τράβηξα. Μου κράτησε για λίγο τα δαχτυλάκια και μου είπε κοιταζοντάς με βουρκωμένος. "-Πέθανε η Κατίνα παιδί μου. Πάει...έφυγε".
Ύστερα με άφησε γυρίζοντας την πλάτη του. Προχωρώντας προς το σπίτι του μου φώναξε. "-Έκανε καλά ο πατέρας σου που σας πήρε από κει μέσα. Αν δεν το έκανε σύντομα, θα του έσπαγα τούτο το μαυράδι στο κεφάλι". Και σήκωσε ψηλά το καμτσίκι, ούτε και κατάλαβα πως κι από που το έπιασε.
Και μπήκε μέσα στο σπίτι που δεν ακούγονταν πια κλάματα, και φωνές πόνου. Μόνο η φωνή της γιάτρισσας νευριασμένη. 
"-Φάε το φαγητό σου, μη με σκας πια, αλλιώς δεν έχει να βγεις για παιχνίδι". Και του  γέρου.
"-Πάλι δεν ακούς τη γιαγιά σου; Φάε βρε! πως θα γίνεις άντρας;"

Και αυτή η γειτονιά πάει κι έρχεται στο κεφάλι μου δεκαετίες τώρα. Ξέχασα τα ονόματα των δρόμων, τα σημάδια στο δρόμο για το σπίτι χάθηκαν, τα πρόσωπα που κάθε μέρα έβλεπα έγιναν φιγούρες, σκιές, εκτός από τα κόκκινα μάγουλα της Κατίνας. Τα σπίτια ιδέα δεν έχω αν υπάρχουν ακόμα, αν στη θέση τους μπήκαν άλλα, αν η μάντρα έπεσε, αν οι δεκάρες μαζεύτηκαν της παράγκας, ακόμα και οι φωνές χάσανε τη χροιά τους, εκτός από αυτήν του μπάρμπα Κώστα, που  ακούω απαράλλαχτη ακόμα, μέσα στο κεφάλι μου. "Πέθανε η Κατίνα παιδί μου.. Πάει...έφυγε".

 

Tuesday, February 17, 2026

Από την παρουσίαση στο "Καλλίπολις" του μυθιστορήματος "Αταίριαστο βαλς" Του Σπύρου Τζόκα






Φωτογραφίες από την Παρουσιαση στον "Καλλίπολις" αυτοδιαχειριζόμενο πολιτιστικό χώρο
του εξαιρετικού μυθιστορήματος του Σπυρου Τζοκα "Αταιριαστο βαλς»
Ήταν μια πολύ όμορφη, συγκινητική παρουσίαση μέσα σε ζεστή φιλική, παρεϊστικη και συντροφική ατμόσφαιρα, με ανθρώπους, συντελεστές και επισκέπτες , βαθιά συνειδητοποιημένους σε ότι αφορά την ιστορική πολιτικοικοινωνική πορεία της Ελλάδας μέσα στα χρόνια. Η Κατερίνα Γεωργιάδου, εξαιρετική στην ανάγνωση των αποσπασμάτων, δημιούργησε με οδηγό τη φωνή της ένα κλίμα ακουστικής κατάνυξης θα έλεγα, ενώ από την άλλη ο Περικλής Καπετανόπουλος, με το εξαίσιο κείμενο και τις συμπληρωματικές προφορικές πληροφορίες που άντλησε από το μνημονικό αρχείο της βαθιάς και πλατιάς γνώσης του, τόσο ως ιστορικός όσο και ως δημοσιογράφος τόνισε την σχέση του βιβλίου και την επιρροή του δημιουργού του από τα γεγονότα αυτά.
Ο ίδιος ο συγγραφέας Σπύρος Τζόκας μας έκανε μια σύντομη αλλά ολοκληρωμένη περιγραφή του βιβλίου, και η υποφαινόμενη με αισθήματα τιμής και ευγνωμοσύνης για την συμπερίληψή μου στους συντελεστές αυτής της παρουσίασης. Δίπλα μου στη φωτογραφία η υπέροχη συντονιστριά μας Στέλλα Ρήγα, Aiolia Rigas με μια λεπτομερή έκθεση για τις συγγραφικές, πολιτικές και κοινωνικές κατακτήσεις του συγγραφέα μας.
Παρών και ο αγαπημένος μουσικοσυνθέτης μαέστρος Στέφανος Γεωργιάδης με τα μέλη του μουσικού συγκροτήματος ΜΜΣΥ (Μπραχαμιώτικο Μουσικό Συγκρότημα) που ανήκει επίσης στις Μουσικές Κοινότητες Νοτίων Προαστείων, ΙΚΑΡΙΑ -ΤΡΟΠΟΣ), Κουλα Δανεζη,(ακορντεόν) Βασίλη Κουτσοβασίλη,(κιθάρα), Nikos Malinoglou (Τραγούδι) Γιώργο Γεωργιάδη (τύμπανα), ζωντάνεψαν με ενθουσιασμό και κέφι τη βραδιά, γεμιζοντάς μας με νοσταλγικές μουσικές αναμνήσεις από μια εποχή που τα τραγούδια της παρέας, και η ανθρώπινη διεπαφή γίνονταν με συναντήσεις και αγγίγματα της ψυχής. Καλά να είμαστε για να επαναλάβουμε τέτοιες βραδιές και αλλού, τόσο σε ότι αφορά τα βιβλία του αγαπημένου Σπύρου Τζόκα, όσο και άλλων αξιόλογων δημιουργών από το Μπραχάμι κι αλλού.

































Monday, February 16, 2026

Κοινότητα ενημέρωσης "Ακτίνες" Ομιλία της Ελένης Μπάλιου για το μυθιστόρημα του Σπύρου Τζόκα "Αταίριαστο βαλς"

 



ΕΛΕΝΗ ΜΠΑΛΙΟΥ


Στο έργο «Αταίριαστο Βαλς», ο συγγραφέας μας οδηγεί σε μια βαθιά, πολυεπίπεδη ανάγνωση της Ελλάδας του 20ού αιώνα, μέσα από τη ζωή δύο ανθρώπων και των γενεών που τους διαμόρφωσαν.

Η αφήγηση ξεκινά από την καθημερινότητα σε μια φτωχή προσφυγική γειτονιά, όπου οι παραδόσεις, τα ήθη και η αλληλεγγύη συνυπάρχουν με ιστορικές τραγωδίες, όπως η Κατοχή και ο Εμφύλιος. Η Ελλάδα δεν είναι απλώς σκηνικό· γίνεται ζωντανός χαρακτήρας, που διαμορφώνει τις συνειδήσεις και τις επιλογές των ανθρώπων της.

Ο Αχιλλέας, ως παιδί και νεαρός, μεγαλώνει μέσα σε αυτό το πλαίσιο: παρατηρεί, μαθαίνει, αμφισβητεί, ψάχνει να καταλάβει την αλήθεια πίσω από τα λόγια των γονιών του, πίσω από τις σκιές της γειτονιάς.

Τον απασχολεί το τι κρατάει και τι πετάει ο άνθρωπος στην πορεία της ζωής του. Ποια είναι τα απαράβατα σημεία και οι κόκκινες γραμμές του, υπάρχουν ακόμα αυτές σε ότι αφορά την ηθική μέτρηση του εαυτού μπροστά στον καθρέφτη; ή με τα χρόνια λασκάρουν οι αρμοί που συνενώνουν την ηθική μας υπόσταση;

Η αγάπη του για το ποδόσφαιρο, τον οδηγεί να συνδεθεί με τον Παντελή, έναν ενήλικα που ξεκινά από ταπεινές συνθήκες, αλλά σκαρφαλώνει γρήγορα κοινωνικά και οικονομικά, προσαρμοζόμενος σε κάθε περίσταση.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η κεντρική αντιθετική δυναμική του έργου. Ο Αχιλλέας, συνδέεται με πρόσωπα της προηγούμενης γενιάς, ανθρώπους που άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία της γειτονιάς και της χώρας. Κι αυτό είναι κάτι που μας αποκαλύπτεται από την αρχή.

Ο Παντελής από την άλλη, αποκαλύπτεται σταδιακά καθώς απομυθοποιείται, να έχει σχέσεις οικογενειακές, με τους ανθρώπους εκείνους που αποτέλεσαν την καταστροφή του τόπου και την περιφρόνηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ζωής. Μέσα από αυτή την σχέση, το έργο δείχνει πώς η ιστορία και οι κοινωνικές συνέπειες μεταβιβάζονται στις νεότερες γενιές. Όμως ο Παντελής, δεν εμφανίζεται ως φορέας μεταμέλειας για τα βάρη αυτά. Αντίθετα, παρουσιάζεται χαμερπής, βολεψάκιας και συχνά απατεώνας, που εκμεταλλεύεται την κάθε ευκαιρία για να ανέλθει, χωρίς να αναγνωρίζει ή να διορθώνει τις αδικίες που προκάλεσαν οι προηγούμενοι του. Μέσα από τη συμπεριφορά του, αναδεικνύεται με σαφήνεια η αντίθεση ανάμεσα στην ηθική και την πρακτικότητα, ανάμεσα στην αυθεντικότητα και την προσαρμοστικότητα, που γίνεται πηγή έντασης με τον Αχιλλέα, ο οποίος μεγαλώνει με αξίες, γνώση και κοινωνική συνείδηση. Αναπόφευκτα ο τελευταίος, θα φτάσει να αμφισβητήσει και τους ίδιους του τους στόχους, αφού όπως διαβάζουμε, "ίσως είχαν φωλιάσει μέσα του αυταπάτες ότι θα έβρισκε ρωγμή στο σύστημα, θ' αναδυόταν με την αξία του αναίμακτα"

Η ιστορία είναι αυτή που του είπε πως τίποτα στον κόσμο αυτό δεν κερδίθηκε από τους φτωχούς αναίμακτα. Και η ζωή η ίδια του έμαθε με σκληρό τρόπο, πως το όνειρό του, μετρήθηκε με την αγοραστική του δύναμη , κι έχασε. Έχασε στ' αλήθεια όμως; Διότι παρά τις αντίξοες συνθήκες του, δεν σταμάτησε να παλεύει γι' αυτό του το όνειρο. Μέσα από την ίδια την ανάγκη και τις πιεσμένες καταστάσεις, δίνεται μια μοναδική ευκαιρία στον άνθρωπο να ξεπεράσει τον εαυτό του. Με το πείσμα ,τον μόχθο και την επιμονή που σαν παράδειγμα κληρονόμησε από το σπίτι και τους γονείς του, στον καθημερινό αγώνα τους για επιβίωση. Με αυτά τα όπλα αποφάσισε να συνεχίσει τον αγώνα του για την κατάκτηση της γνώσης και της κοινωνικής του καταξίωσης (ως συνέπεια) ο Αχιλλέας, και χαμένος δεν βγήκε.

Βλέπουμε λοιπόν εδώ την αντίθεση ανάμεσα στα κεκτημένα και στα χαρισμένα, ή για να το πω καλύτερα, στα αρπαγμένα. Την αντίθεση ανάμεσα στο φιλότιμο, την ηθική, την πραγματική αξία, και στην ατιμία, την εξαγορά, την απάτη, τα προσχήματα, το ψεύτικο ίματζ, που κατασκευάζουν αυτοί με την αγοραστική αξία, μια αξία που απέκτησαν όχι με τους πιο τίμιους τρόπους, μα που ωστόσο χρησιμοποιούν για να εξαγοράσουν κοινωνική αναγνώριση και κύρος.



Η δομή του βιβλίου είναι αφηγηματικά πολυεπίπεδη. Συνδυάζει χρονικές αναδρομές, παρατήρηση της καθημερινότητας και μυθοπλαστικές ανασυνθέσεις, ισορροπώντας την προσωπική ανάπτυξη του Αχιλλέα, με τη διαχρονική εικόνα της Ελλάδας.

Μέσα σε αυτή τη διαχρονική εικόνα, προβάλλονται έντονα και οι μεταλλάξεις της από περιόδο σε περίοδο, από δεκαετία σε δεκαετία, γιατί μαζί με την "πρόοδο" εμφανίζονται αυτές και δείχνουν να κορυφώνονται σε μια εποχή όπου η αυταπάτη της οικονομικής ευχέρειας, οδήγησε τους ανθρώπους σε ξέφρενες καταναλώσεις και όχι μόνο. Στην ανάγκη τους να αφήσουν πίσω την εποχή της οικονομικής μιζέριας όπως νόμιζαν, στράφηκαν σε μορφές διασκέδασης υποκουλτούρας, σκυλάδικα, πιάτα, επίδειξη χρημάτων, ενώ την ίδια εποχή οι δημιουργοί και καλλιτέχνες της έντεχνης λαϊκής μουσικής, επίμονα (ευτυχώς για τον πολιτισμό), προσπαθούσαν να κρατήσουν τις ισορροπίες. Χαρακτηριστικό ανάμεσα στα άλλα το τραγούδι του Τζαβέλλα "κυρ Παντελή "που αγκαλιάστηκε όσο ποτέ άλλοτε, μιλώντας για την αμέσως μεταπολιτευτική περίοδο που αναφέρει ο Σπύρος στο βιβλίο του, χαρακτηριστικό και το τραγούδι του Κ. Χατζή "Δεν βαριέσαι αδελφέ". Ακριβώς αυτός ο στίχος "δεν βαριέσαι αδελφέ" είναι που χαρακτήριζε τη διάθεση σε μια μερίδα ανθρώπων τη μεταπολιτευτικής περιόδου, που μεγάλη ή μικρή στην πραγματικότητα, θόλωνε ωστόσο με τα "ηχεία" της, την πραγματική εικόνα της εποχής.



Η γλώσσα είναι απλή, προσεγμένη, και μεταφέρει συναίσθημα και ηθικό βάρος χωρίς υπερβολές, αφήνοντας τον αναγνώστη να αντιληφθεί τις συνέπειες των επιλογών μέσα από ζωντανούς, αντιφατικούς χαρακτήρες.

Η κορύφωση δεν είναι ένα μόνο γεγονός, αλλά η απόλυτη αντίθεση των πορειών: ο Αχιλλέας, αγωνίζεται για κοινωνική δικαιοσύνη, συμμετέχει σε αγώνες και προσπαθεί να στηρίξει τα λαϊκά στρώματα. Ο Παντελής ακολουθεί την ανέλιξη, τα υλικά αγαθά και την κοινωνική επιφάνεια, συχνά με συμβιβασμούς και εκδουλεύσεις. Μέσα από αυτή τη σύγκρουση, η Ελλάδα αποκαλύπτεται σε όλο της το φάσμα και γίνεται έτσι αντιληπτή και η ηθική σύγκρουση ανάμεσα σε γενιές και επιλογές.

Το «Αταίριαστο Βαλς» είναι λοιπόν, όχι μόνο μια αφήγηση ζωής, αλλά και μια λογοτεχνική μελέτη της Ελλάδας, που αναδεικνύει την επίδραση της ιστορίας και της κοινωνίας στις ανθρώπινες σχέσεις, τη διαχρονική σύγκρουση των τάξεων, του λαού και της εξουσίας, προσφέροντας στον αναγνώστη μια πλήρη, πολυεπίπεδη εικόνα της κοινωνίας και των ανθρώπων της.

Ένα βιβλίο, γραμμένο από έναν άνθρωπο που έτσι έζησε, έτσι μεγάλωσε κι έτσι συνδύασε στη ζωή του τη δράση με την καταγραφή και τη γραφή, αφού στο πρόσωπο του αναγνωρίζει κανείς το παιδί της γειτονιάς, τον αγωνιστή, τον σύντροφο, αυτόν που καθόρισαν πρώτα οι πράξεις του και μετά τα λόγια.


Γιατί όπως το είπε και ο μεγάλος Bob Dylan πρόσφατα, μόλις στην εκπνοή του 2025, "Τέχνη χωρίς δράση είναι κούφια κι επιτυχία χωρίς υπηρεσία, είναι ελλιπής"

Κι όπως επίσης επισημαίνει ο δικός μας, ακαδημαϊκός δάσκαλος, διανοητής και εξαιρετικός ποιητής Κώστας Γουλιάμος σε πρόσφατο άρθρο του, ότι αυτό που λειτουργεί ως μηχανισμός αγοραλογικών σχέσεων και διεκδικήσεων με το να επιβιώνει μόνο ότι είναι ακίνδυνο και άμεσα καταναλώσιμο, δεν είναι η απάντηση στο πρόβλημα της αποδόμησης βιβλίου και λογοτεχνίας σε μια κοινωνία χωρίς απαιτήσεις και συλλογικό ορίζοντα.

"Σ' έναν πολιτισμό που λειτουργεί με όρους αγοράς, η λογοτεχνία είτε θα γίνει εμπόρευμα θορύβου, είτε θα πάψει να υπάρχει ως πράξη αντίστασης. Ουδέτερη λογοτεχνία δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο λογοτεχνία που υπηρετεί και λογοτεχνία που συγκρούεται."

Και σε ότι αφορά αυτό το τελευταίο, μπορώ να πω με το χέρι στην καρδιά, πως το βιβλίο του Σπύρου Τζόκα -Αταίριαστο βαλς- ξεκάθαρα είναι από αυτά που συγκρούονται, από αυτά που δεν είναι για κάθε αναγνώστη, αλλά που έχουν επιλέξει τους αναγνώστες τους. Ως οφείλει ο καθένας από μας να έχει κατά νου και να ενεργεί, αν θέλει να έχει ένα λόγο ουσιαστικής ύπαρξης στο χώρο, με την έννοια της προσφοράς και της διάδρασης.

Tuesday, February 10, 2026

Παρουσίαση του βιβλίου του Σπύρου Τζόκα "Αταίριαστο βαλς" στον Χώρο Πολιτισμού και Αλληλεγγύης "Καλλίπολις"

 


,


ΚΑΛΕΣΜΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ, ΤΟΥΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ ΜΑΣ

Το εξαιρετικό βιβλίο "Αταίριαστο βαλς" του συγγραφέα και ιστορικού Σπύρου Τζόκα, παρουσιάζεται την Κυριακή στις 15/02 στον Αυτοδιαχειριζόμενο χώρο Πολιτισμού και Αλληλεγγύης "Καλλίπολις" και ώρα  19:30

Οδός Ιωαννίνων 25 Άγιος Δημήτριος

200 μέτρα από το μετρό Ηλιούπολης. 


Την εκδηλωση συντονίζει,  η Στέλλα Ρήγα 

Για το βιβλίο θα μιλήσουν: Η Ελένη Μπάλιου, συγγραφέας και ποιήτρια

Ο  Περικλής Καπετανόπουλος, δημοσιογράφος και ιστορικός

Αποσπάσματα θα διαβάσει, η Κατερίνα Γεωργιάδη 

Ειδική ενημέρωση για το blog μας και έκπληξη της βραδιάς (για τους καλεσμένους) 

 Ο αγαπημένος μας  μουσικοσυνθέτης, μαέστρος, Στέφανος Γεωργιάδης, μαζί με την ακορντεονίστα Κυριακούλα Δανέζη, θα μας τιμήσουν, ομορφαίνοντας  με την μουσική τους παρουσία την εκδήλωση, με τραγούδια που όλοι αγαπήσαμε ή και που θα αγαπήσουμε  






Βιογραφικό του Συγγραφέα

Ο Σπύρος Τζόκας γεννήθηκε στην Καισαριανή. Αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και εν συνεχεία παρακολούθησε μεταπτυχιακά μαθήματα στο Universite de Paris I, όπου απέκτησε το DEA. Το 1985 διορίστηκε στη μέση εκπαίδευση και παράλληλα συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Ελλλάδα. Τον Ιούλιο του 1992 υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο: Προϋποθέσεις, διαδικασίες και επιπτώσεις των εξωτερικών δανείων κατά την περίοδο 1879-1893. Η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους από το ελληνικό κράτος. Από το 1994 ως σήμερα έχει διδάξει στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.


Εργογραφία 


















Sunday, February 8, 2026

Από την Ομάδα Δημιουργικής Γραφής του Αυτοδιαχειριζόμενου Κοινωνικού Χώρου "Καλλίπολις"









Αυτή η ομάδα μαζί με τον σπουδαίο πρώτα άνθρωπο και μετα συγγραφέα τον Δημήτρη Βαρβαρήγο , τον συγγραφέα της Υπατίας, έχει ξεκινήσει ένα όμορφο ταξίδι με εργαλεία τα μολύβια της ψυχής της καρδιάς της μνήμης...

ο δάσκαλος μας με τη γαλήνια μορφή του έχει αρχίσει να ξετυλίγει τα κουβάρια των σκέψεων και των ιδεών μας...! Ακούμπησε στις χορδές του καθενός και άρχισαν πολλές μελωδίες να ακούγονται.!

Θέλει τόλμη να πιάσει κάποιος το μολύβι και να γράψει δύο αράδες, και ειδικά όταν δεν το έχει ξανακάνει. Όμως αυτή η ομάδα και αυτός ο άνθρωπος, (ο δάσκαλος μας), συμπορεύεται μαζί μας και με την αισιοδοξία του σκορπίζει όμορφες πινελιές στον καμβά του έργου της ομάδας μας. Γι' αυτό είναι εδώ, για να μας κάνει τη διαφορά...το κλικ όπως λέει η νεολαία!!

Επειδή σε κάθε στιγμή υπάρχει ο κατάλληλος άνθρωπος να ποτίσει τις ρίζες γύρω από τον καθένα και να καθαρίσει τα ξεροχορτα με αγάπη!

Η ομάδα δημιουργικής γραφής του "Καλλίπολις" συναντιέται δύο φορές το μήνα. Ημέρα Κυριακή.



Saturday, February 7, 2026

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟΝ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΜΕΝΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΧΩΡΟ "ΚΑΛΛΙΠΟΛΙΣ" -ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΡΟΥΖΟΣ

 







Την Κυριακή 8/02/2026 και ώρα 19:30 η ομάδα βιβλίου "Καλλίπολις" θα παρουσιάσει ένα βιβλίο με ιδιαίτερο θεμα. Ο συγγραφέας Γιάννης Μπρούζος σε μια δυσκολη στιγμή της ζωής του από την ασθένεια που τον ταλανίζει αντιστέκεται... παλεύει!... Και μέσα από αυτά τα γράμματα που στέλνει στο γιό του -αλλά και σε όλους εμάς- περιγράφει το πόλεμο ενάντια στο θάνατο... Το σώμα του, «αντιστέκεται» και μας στέλνει γράμματα από τον πόλεμο της ζωής ενάντια στον θάνατο. Και «αξίζει» καθώς «τα πάντα συνδέονται με τα πάντα». Γινόμαστε έτσι μάρτυρες ενός διαλόγου με το παιδί του, σχεδόν μέσα από την κλειδαρότρυπα. Μια τόσο τρυφερή σχέση γίνεται κύριο όπλο και ισχυρό κίνητρο για να συνεχίσει να δίνει τη μάχη του.

Διεύθυνση: Ιωαννίνων 25, Άγιος Δημήτριος




Βιογραφικό του συγγραφέα

ΜΠΡΟΥΖΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Γεννήθηκα στον Πειραιά. Σπούδασα φυσική και μουσική. Παραμένοντας πάντα ερασιτέχνης, χωρίς φόβο για φιλότιμη προσπάθεια δημοσίευσα ερευνητικές επιστημονικές εργασίες, έγραψα διδακτορικό, έπαιξα για δίπλωμα πιάνου. Από όλους τους ρόλους μου αγαπώ αυτούς του μαθητή και του δασκάλου. Είχα την ευτυχία να διδάξω παιδιά όλων των ηλικιών, από το Νήπιο έως το Πανεπιστήμιο, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ερωτεύτηκα και αγωνίζομαι με πάθος για ζωή με αλληλεγγύη, συντροφικότητα, αλληλοβοήθεια, μοίρασμα και συλλογικότητα. Η μεγαλύτερη τύχη μου είναι οι άνθρωποί μου: οικογένειες, φίλοι, σύντροφοι, δάσκαλοι, μαθητές. Το μεγαλύτερο δώρο της ζωής μου: ο Στέλιος μου, το παιδί μου. Δίπλα σε αυτό το λουλουδάκι περπατώ, με βήματα προσεκτικά και όση δύναμη διαθέτω, φροντίζοντας να ανθίζει. Όσο δύσκολο κι αν είναι, αυτό το μονοπάτι που έχουν χαράξει τα βήματά μου, το προσφέρω ως μαρτυρία της αγάπης μου στη ζωή. Ως μαρτυρία της αντίστασής μου στον θάνατο. Κλήθηκα να κουβαλήσω καρκινικά κύτταρα και να τα αντιμετωπίσω με κάθε τρόπο. Το αποδέχομαι και δεν σκοπεύω να παρατήσω τον αγώνα μέχρι να εξαντλήσω και την τελευταία ικμάδα αντίστασης της ζωής. Θέλω κάθε χνάρι που αφήνει η ύπαρξή μου στη γη, να φωτίζει ό,τι αξίζει στη ζωή. Να έχει η Ζωή πάντα την τελευταία λέξη.







ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΤΖΟΚΑ "ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟ ΒΑΛΣ" ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ. 11/05/2026

Την παρουσίαση του εξαιρετικού βιβλίου "Αταίριαστο βαλς" του Ακαδημαϊκού και ιστορικού συγγραφέα  Σπύρου Τζόκα, παρουσιάσαμε χθες ...