ΠΑΤΣΕΣ ΚΑΙ ΠΟΔΑΡΑΚΙΑ
Τον ακούω στ’ αυτιά μου ακόμα κι ας έχει χαθεί από χρόνια. Έτσι κι αλλιώς
ποτέ δεν μου άρεσε ο πατσάς, αλλά η φωνή του ήταν μια Κυριακάτικη καλημέρα.
"-Πατσές και ποδάαα-κια! Έχω λίγα ποδαράκιααα! Γλυκά του
γάαααλακτος! Έχω λίγο πατσάαααα! Αρνίσιο κατεψυγμένοοο". (Δεν
ακουγόταν το -ρο- στη λέξη «ποδαράκια» στην πρώτη φράση του τραγουδιού του).
Μόνο τις Κυριακές περνούσε κι όταν τον άκουγες, δεν
χρειαζόταν να βιαστείς. Γιατί μπορούσε να είναι τρεις δρόμους παρακάτω.
Μέσα στο ποτάμι όπου ψάρευα τα βατράχια, έβλεπα μερικές φορές
το περίσσευμά του. Δεν είχε πάντα μια καλή Κυριακή. Ξέπλενε τους κουβάδες του
εκεί. Το νερό παράσερνε τα υπολείμματα μέχρι τη γειτονιά των γάτων. Εκεί
γινόταν πανηγύρι. Σπάνια οι γάτες αυτές πεινούσαν. Άλλωστε είχαν συνηθίσει να
ζούνε κι από τη φύση. Η φύση είχε να τους δώσει πράγματα και εγώ δεν ήμουν η
μόνη βατραχοψαράς στο ποτάμι.
Στη γειτονιά ερχόταν ένα Λούνα Παρκ, μικρό, φτωχό σε ποικιλία
παιχνιδιών. Οι βάρκες με τα σχοινιά, οι κρίκοι, το ποδοσφαιράκι, ο γύρος του θανάτου,
ένας που πούλαγε γλειφιτζούρια, μαντολάτα και παστέλια και ο τυροπιτάς. Όταν το Λούνα Παρκ ήταν εκεί, έτρεχα κάθε μέρα να χαζέψω αυτούς
που είχαν χρήματα να κάνουν βάρκα, αλλά και να μη χάσω την επίδειξη του
ακροβάτη έξω από το γύρο του θανάτου. Έτρεχε τη μηχανή του επάνω σε κάτι
περιστρεφόμενους κυλίνδρους, ως ένα δείγμα για το πόσο πιο εκπληκτικά πράγματα
θα βλέπαμε μέσα στην παράσταση. Μου προξενούσε μεγάλο δέος το κατόρθωμα αυτό
και μεγάλη περιέργεια, έξαψη, να δω τους ακροβάτες σε μια ολόκληρη παράσταση μέσα. Θα ξεπερνούσα τους φόβους
μου γι’ αυτό, αν είχα τα χρήματα του
εισιτηρίου.
Το Λούνα Παρκ ήταν από τη άλλη μεριά του ποταμιού, κι αυτό
ήταν ένα σύνορο που συχνά παραβίαζα.
Έπαιρνα μαζί και το καρότσι με την κούκλα μου. Ήταν ένα μικρό,
ίσα που χώραγε τη μικρή μου κούκλα μέσα, καρότσι, με πολύ κοντές ρόδες, όλο
φτιαγμένο από αλουμίνιο, αλλά με πολύ ψηλή λαβή για να μη σκύβω να το σπρώχνω.
Μου το είχαν φτιάξει οι εργάτες του απέναντι από το σπίτι εργοστασίου. Ήταν ένα
εργοστάσιο για αλουμίνια κρεβάτια με λάμες. Ο εργάτης που μου το
έφτιαξε, έτρωγε στο μαγαζί μας κάθε μεσημέρι και με είχε δει που έσερνα την
κούκλα μου με σχοινί, μέσα σε ένα καφάσι από μπύρες. (Ψάχνω ακόμα το κείμενο
που είχα γράψει γι’ αυτόν τον ηρωικό εργάτη, ελπίζω να το βρω κάπου κρυμμένο
στα παλιά μου blog)
Ρώτησα μια μέρα τον ακροβάτη, αν για να μπω να δω την
παράσταση, έπρεπε να βγάλω εισιτήριο και στην κούκλα μου, κι εκείνος μου είπε
πως αν το αποφάσιζα θα με έβαζε μέσα χωρίς εισιτήριο στην κούκλα. Είχε δει τον
τρόμο στα μάτια μου.







