Sunday, July 27, 2025

Ελένη Μπάλιου Κλεμμ, " Οι γειτονιές της ζωής μου" Απόσπασμα: ΠΑΤΣΕΣ ΚΑΙ ΠΟΔΑΡΑΚΙΑ.

 





Οι φωτογραφίες είναι μεταγενέστερες και αντιγράφηκαν από το google maps. 1. Το γεφυράκι στο ρέμα της Πικροδάφνης, 2.Σουλιου και Αιγαίου διασταύρωση, 



ΠΑΤΣΕΣ ΚΑΙ ΠΟΔΑΡΑΚΙΑ

Τον ακούω στ’ αυτιά μου ακόμα  κι ας έχει χαθεί από χρόνια. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν μου άρεσε ο πατσάς, αλλά η φωνή του ήταν μια  Κυριακάτικη καλημέρα.
"-Πατσές και ποδάαα-κια! Έχω λίγα ποδαράκιααα! Γλυκά του γάαααλακτος! Έχω λίγο πατσάαααα! Αρνίσιο κατεψυγμένοοο". (Δεν ακουγόταν το -ρο- στη λέξη «ποδαράκια» στην πρώτη φράση του τραγουδιού του).


Μόνο τις Κυριακές περνούσε κι όταν τον άκουγες, δεν χρειαζόταν να βιαστείς. Γιατί μπορούσε να είναι τρεις δρόμους παρακάτω.
Μέσα στο ποτάμι όπου ψάρευα τα βατράχια, έβλεπα μερικές φορές το περίσσευμά του. Δεν είχε πάντα μια καλή Κυριακή. Ξέπλενε τους κουβάδες του εκεί. Το νερό παράσερνε τα υπολείμματα μέχρι τη γειτονιά των γάτων. Εκεί γινόταν πανηγύρι. Σπάνια οι γάτες αυτές πεινούσαν. Άλλωστε είχαν συνηθίσει να ζούνε κι από τη φύση. Η φύση είχε να τους δώσει πράγματα και εγώ δεν ήμουν η μόνη βατραχοψαράς στο ποτάμι.

Στη γειτονιά ερχόταν ένα Λούνα Παρκ, μικρό, φτωχό σε ποικιλία παιχνιδιών. Οι βάρκες με τα σχοινιά, οι κρίκοι, το ποδοσφαιράκι, ο γύρος του θανάτου, ένας που πούλαγε γλειφιτζούρια, μαντολάτα και  παστέλια και ο τυροπιτάς. Όταν το Λούνα Παρκ  ήταν εκεί, έτρεχα κάθε μέρα να χαζέψω αυτούς που είχαν χρήματα να κάνουν βάρκα, αλλά και να μη χάσω την επίδειξη του ακροβάτη έξω από το γύρο του θανάτου. Έτρεχε τη μηχανή του επάνω σε κάτι περιστρεφόμενους κυλίνδρους, ως ένα δείγμα για το πόσο πιο εκπληκτικά πράγματα θα βλέπαμε μέσα στην παράσταση. Μου προξενούσε μεγάλο δέος το κατόρθωμα αυτό και μεγάλη περιέργεια, έξαψη,  να δω τους ακροβάτες σε μια ολόκληρη παράσταση μέσα.  Θα ξεπερνούσα τους φόβους μου γι’ αυτό, αν  είχα τα χρήματα του εισιτηρίου.
Το Λούνα Παρκ ήταν από τη άλλη μεριά του ποταμιού, κι αυτό ήταν ένα σύνορο που συχνά παραβίαζα.
Έπαιρνα μαζί και το καρότσι με την κούκλα μου. Ήταν ένα μικρό, ίσα που χώραγε τη μικρή μου κούκλα μέσα, καρότσι, με πολύ κοντές ρόδες, όλο φτιαγμένο από αλουμίνιο, αλλά με πολύ ψηλή λαβή για να μη σκύβω να το σπρώχνω. Μου το είχαν φτιάξει οι εργάτες του απέναντι από το σπίτι εργοστασίου. Ήταν ένα εργοστάσιο για αλουμίνια κρεβάτια με λάμες. Ο εργάτης που μου το έφτιαξε, έτρωγε στο μαγαζί μας κάθε μεσημέρι και με είχε δει που έσερνα την κούκλα μου με σχοινί, μέσα σε ένα καφάσι από μπύρες. (Ψάχνω ακόμα το κείμενο που είχα γράψει γι’ αυτόν τον ηρωικό εργάτη, ελπίζω να το βρω κάπου κρυμμένο στα παλιά μου blog)


Ρώτησα μια μέρα τον ακροβάτη, αν για να μπω να δω την παράσταση, έπρεπε να βγάλω εισιτήριο και στην κούκλα μου, κι εκείνος μου είπε πως αν το αποφάσιζα θα με έβαζε μέσα χωρίς εισιτήριο στην κούκλα. Είχε δει τον τρόμο στα μάτια μου.


Κάποτε που θεώρησα ότι έχω μαζέψει αρκετό θάρρος για να δω την παράσταση, και είχα συγκεντρώσει τα πουρμπουάρ που μου έδιναν οι πελάτες όταν τους πήγαινα το γάλα, πήρα ξανά το καρότσι μου και πέρασα το ποτάμι. Με το που πάτησα το πόδι μου στην απέναντι όχθη τον είδα μπροστά μου. Αυτόν, τον μικροπωλητή «πατσές και ποδαράκια».  Ξέπλενε τα κρέατα που ήθελε να κρατήσει και τα άλλα τα έριχνε στο ποτάμι. Τον πλησίασα δειλά γιατί δεν ήξερα αν συμπαθεί τα παιδιά και τον ρώτησα γιατί πετάει το εμπόρευμά του.
«-Γιατί δεν τρως εσύ τον πατσά, γι’ αυτό» Μου απάντησε απότομα.
«-Ούτε οι άλλοι άνθρωποι τον τρώνε;
-Τον τρώνε αλλά δεν τον πληρώνουν
-Και γιατί δεν τον τρως εσύ και τον πετάς;
-Πόσο να φάω; Θα πρέπει να ζω μόνο με αυτό. Εσύ τι κάνεις εδώ πέρα μονάχη σου; Δεν θα σε ψάχνει η μάνα σου;
-Ξέρει που θα με βρει και δεν με ψάχνει. Πάω να δω το γύρο του θανάτου, πέρα εκεί.
-Έχει γύρο του θανάτου εδώ; Που; για δείξε μου;»
Περπάτησα εγώ μπροστά κι αυτός με ακολούθησε, διότι δεν ήθελα να με πλησιάζει πολύ. Από τη μια μύριζε κρέας, από την άλλη τον φοβόμουν και λίγο. Όταν φτάσαμε στο Λούνα Παρκ, του έδειξα τον ακροβάτη που εκείνη την ώρα έκανε την επίδειξή του έξω.
Ο άνθρωπος πλήρωσε το εισιτήριό του και μπήκε μέσα. Έκανα νόημα στον ακροβάτη πως τώρα θα μπω, κι εκείνος μου κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.

Βρέθηκα στο χείλος ενός τεράστιου βαρελιού, όπου στο εσωτερικό του προς τα κάτω είχε χαραγμένες παράλληλες γραμμές. Τίποτε άλλο. Σκοτεινιά. Καμιά δεκαριά  άλλοι άνθρωποι περίμεναν να αρχίσει η παράσταση και δίπλα μου ο γυρολόγος. Ενοχλημένος από την παρουσία μου μέσα εκεί,  με ρώτησε πως μου επέτρεψαν, μικρό κορίτσι να μπω.
«-Είναι φίλος μου ο ακροβάτης» του απάντησα με το πιο φυσικό ύφος του κόσμου και ύστερα ακούμπησα την κούκλα μου στο χείλος του βαρελιού για να βλέπει κι αυτή.
Η παράσταση άρχισε κι εγώ έμεινα με την ανάσα κομμένη. Την περισσότερη ώρα κρατούσα τα μάτια μου κλειστά από την τρομάρα μου, ύστερα η μοτοσυκλέτα που ακολουθούσε τις παράλληλες γραμμές γυρίζοντας τρελά μέσα στο βαρέλι ανεβαίνοντας, άρχισε να κατεβαίνει μέχρι που ακούμπησε στη γη. Χωρίς να το καταλάβω είχα αρπάξει την άκρη από το σακάκι του γυρολόγου και το τράβαγα.  Εκείνος μου χάιδεψε το κεφάλι.
«Δεν έπρεπε να μπεις εδώ μέσα!» μου είπε. Είσαι καλά τώρα; Του κούνησα το κεφάλι αμίλητη.
Όμως η αγωνία τώρα είχε τελειώσει κι εγώ ήμουν πολύ χαρούμενη που είχα καταφέρει να μπω και ν’ αντέξω. Ο κατά δυο χρόνια μεγαλύτερος αδελφός μου που δεν το  είχε τολμήσει θα έσκαγε από τη ζήλια του. Ρώτησα την κούκλα μου αν ήταν χαρούμενη επίσης, αλλά εκείνη κρατούσε ακόμα τα μάτια της κλειστά.
Αυτά τα είπα δυνατά και ο άνθρωπος δίπλα μου γέλασε. Ύστερα με πήρε από το χέρι να κατέβουμε. Τότε ακούσαμε την κραυγή. Τρέξαμε πίσω από την κουρτίνα που χρησίμευε σαν παραβάν παρασκηνίου, κάτω. Ο ακροβάτης, κρατούσε το κεφάλι ενός ξαπλωμένου στο χώμα αγοριού, θα’ ταν δεν θα’ ταν τεσσάρων χρονών.

 Έντρομη έβλεπα το παιδί να μην ανοίγει τα μάτια και τον ακροβάτη να φωνάζει το όνομά του ξανά και ξανά. Αυτό ήταν το δικό του παιδί που μετά την παράσταση, ανέβηκε κρυφά μέχρι το χείλος του βαρελιού κι έπεσε μέσα από μια τρύπα του ξύλινου πατώματος κάτω. Δεν είχα καταλάβει αν το παιδί έχει πεθάνει η έχασε απλώς τις αισθήσεις του. Άρχισα να τρέμω και ο γυρολόγος με έβγαλε έξω από κει και με ρώτησε που είναι το σπίτι μου. Του έδειξα το μέρος πέρα από το ποτάμι.
«Προχώρα, θα σε πάω στο σπίτι σου» Μου είπε αποφασιστικά. Τον ακολούθησα κλαίγοντας σιωπηλά, ενώ πίσω μου οι κραυγές μιας γυναίκας είχαν προστεθεί στο κλάμα του ακροβάτη.
Ρώταγα τον συνοδό μου να μου πει αν το παιδί σκοτώθηκε, αλλά ούτε κι αυτός ήξερε. Τα μέλη μου έτρεμαν, τα σαγόνια μου χτυπούσαν. Ένιωθα σαν να μου ανέβηκε ξαφνικά πυρετός και όταν φτάσαμε στο ποτάμι αποτραβήχτηκα πίσω από ένα θάμνο και έκανα εμετό.
Ο άνθρωπος με περίμενε. Ύστερα με πήρε πάλι από το χέρι και περάσαμε το ποτάμι. Δεν είχε γέφυρα. Έπρεπε να πατάμε επάνω στις μεγάλες πέτρες που είχαν τοποθετήσει εκεί οι κάτοικοι για να περνούν. Αργότερα ο πατέρας μου έφτιαξε ένα ξύλινο γεφυράκι που διευκόλυνε πολύ τους ανθρώπους που ήθελαν να πάνε στην εκκλησία του Άι βασίλη. Άντεξε για κάποια χρόνια ,αλλά οι τάβλες του στο πέρασμα άρχισαν να ξηλώνονται και ο πατέρας μου ξαναπήγε εκεί με μερικά σακιά τσιμέντο και χαλίκι. Σκέπτομαι πως αυτή η επισκευή πρέπει να έδωσε πολλά χρόνια αντοχής στο γεφυράκι αυτό,  ίσως υπάρχει ακόμα.


Η μαμά είχε ένα άγριο βλέμμα μόλις μας αντίκρυσε, αλλά μόλις είδε το δικό μου βλέμμα κατάλαβε πως κάτι συνέβη και μου έπιασε το μέτωπο. Ο γυρολόγος της εξήγησε τι είχε συμβεί. Εγώ  ψηνόμουν πράγματι από τον πυρετό. Με πήγε τρέχοντας μέσα στο σπίτι και με έβαλε στο κρεβάτι. Όταν βγήκε από το δωμάτιο σηκώθηκα και την είδα που μιλούσε ακόμα με τον άνθρωπο. Ύστερα αυτός έφυγε, αφού της είπε να με προσέχει και να μη με τιμωρήσουν τώρα που είμαι άρρωστη.

Εκείνη γύρισε στο δωμάτιο και μου έκανε κήρυγμα για το πόσο επικίνδυνα πράγματα είναι αυτά που κάνω κυκλοφορώντας έξω μόνη μου, και με απείλησε πως αν ξαναπεράσω το ποτάμι, θα με τιμωρήσει.
Ύστερα ο αδελφός μου ήρθε και με είπε αλήτισσα, ενώ ο πατέρας μου αδέσποτο γυφτάκι. Όλοι είχαν έναν καλό λόγο να πουν, αλλά για την ώρα δεν με απασχολούσαν αυτοί. Ούτε καν οι προειδοποιήσεις της μαμάς. Ήθελα να ξαναπάω πίσω εκεί, να μάθω τί έγινε με το αγοράκι κι αν τελικά επέζησε.
Έτσι την άλλη μέρα που οι γονείς έλειπαν, η μάνα μου στο καφενείο μας, ο πατέρας στην οικοδομή, ο αδελφός μου στο σχολείο και εγώ ένιωθα τον πυρετό να έχει υποχωρήσει, ντύθηκα και κατευθύνθηκα προς το ποτάμι. Είδα το γυρολόγο από μακριά να ξεδιαλέγει πάλι το εμπόρευμά του και προχώρησα κρυμμένη κατά μήκος του ποταμού για να περάσω από κάπου αλλού. Θα με πήγαινε σούμπιτη πίσω στο σπίτι αν μ' έβλεπε, και ήταν το τελευταίο που ήθελα να μου συμβεί.

Όταν έφτασα στο οικόπεδο που είχαν στημένο το Λούνα Πάρκ, αυτό έλειπε. Μαζί και ο γύρος του θανάτου. Στο ίδιο οικόπεδο υπήρχε η εκκλησία του Αγίου Βασιλείου κι εγώ κάθισα στα σκαλιά της προβληματισμένη. Είδα τότε την πομπή μιας κηδείας να καταφθάνει, με πρώτη τη νεκροφόρα, ακολούθησα κι εγώ τους ανθρώπους στο εσωτερικό. Όταν ξεσκέπασαν το φέρετρο δεν ήταν το αγοράκι, αλλά ένας μεγάλος σε ηλικία  άνθρωπος, έτσι γεμάτη ανακούφιση φώναξα:
«-Α, ευτυχώς, αυτός είναι γέρος!»
Με πέταξαν έξω με τις κλωτσιές και πήρα το δρόμο για το σπίτι.
Ο άνθρωπος με τον κουβά του πατσά ήταν ακόμα στο ποτάμι και έτρεξα να του πω τι είχε γίνει, γεμάτη ενθουσιασμό στην υπόθεση ότι το παιδί μάλλον είχε επιζήσει. Αυτός είχε σκάσει στα γέλια και με πήρε στο κυνήγι για να γυρίσω γρήγορα στο κρεβάτι μου.
Οι γονείς και ο αδελφός μου με βρήκαν στη θέση μου, αλλά τα παπούτσια μου ήταν λασπωμένα. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους καχύποπτα, κοίταξαν κι εμένα που παρίστανα την πεθαμένη. Ύστερα χτύπησε η πόρτα και ήταν αυτός. Άκουσα τη φωνή του και βγήκα γεμάτη αγωνία σίγουρη πως ήρθε να με καρφώσει. Τον κοίταζα πίσω από την πλάτη της μαμάς, τον κοίταζα έτοιμη να λιποθυμήσω, αυτός όμως ξεσκέπασε τον κουβά του και της έδωσε κάτι ποδαράκια. Μου έκλεισε το μάτι και είπε στη μαμά,
«-Πάρτα να τα φτιάξεις στο παιδί σούπα, βοηθάνε στη γρίπη και κοίτα μάθε την να τα τρώει, πετσί και κόκαλο είναι». Ύστερα έφυγε.
Ο αδελφός μου άρχισε πάλι να με βρίζει κι έλεγε πως πάω και πιάνω φιλίες με τους γυρολόγους και πως μια μέρα θα με δουν πατσά στο πιάτο τους.

Πατσάς στο πιάτο δεν έγινα, αντίθετα οι γυρολόγοι χάθηκαν και τώρα φωνάζει μόνο η τηλεόραση. Δεν πουλάει πατσά. Πουλάει το γύρο του θανάτου σε διάφορες εκδοχές και βλέπω πολλά πολλά παιδιά ξαπλωμένα στη γη και τους γονιούς να κλαίνε, ν’ αναρωτιούνται πως έγινε το κακό, να κατηγορούν τους υπεύθυνους, και δεν μιλάω μόνο για τα Λούνα Παρκ. Διαπίστωσα πως η κραυγή μιας μάνας σε κάθε εποχή, είναι πάντα το ίδιο συγκλονιστική. Εκείνο το αγοράκι, δεν έμαθα ποτέ αν έζησε.

 

Από την προς έκδοση αυτοβιογραφία της Ελένης Μπάλιου Κλεμμ. «Οι γειτονιές της ζωής μου»

 

 

Στοιχεία για την αφήγηση «Πατσές και ποδαράκια»

Γεφυράκι: Επί της οδού Αιγαίου, οδηγούσε στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου.

Ο γυρολόγος: Δεν έμαθα ποτέ το όνομά του.

Οι εργάτες του εργοστασίου «Κλινομεταλλοσομ»:  Πολλοί από αυτούς συνελήφθησαν στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ο Σπίνος ο εργάτης που μου έφτιαξε το καρότσι, έχει μια ξεχωριστή ιστορία αντίστασης.

Το καφενείο μας: Επί της οδού Σουλίου, στη διασταύρωση με την οδό Αιγαίου. Έγραφε απέξω: καφεζυθεστιατόριον «η περίπτωσις» Κι έτρωγαν εκεί οι εργάτες του εργοστασίου στο διάλειμμά τους.

Ο ακροβάτης: Το καλλιτεχνικό του όνομα ήταν Λεωνίδας Βέρο. Δεν έμαθα ποτέ τι απέγινε εκείνος ο Σούπερμαν των παιδικών μας χρόνων.

Το ρέμα: Η Πικροδάφνη.

Το γεφυράκι: Έμαθα πρόσφατα πως υπάρχει ακόμα, αλλά έχουν κλείσει την πρόσβαση, καθώς είναι πολύ παλιό και επικίνδυνο, και ότι σκέπτονται να το επισκευάσουν ή ξαναχτίσουν.

Ο πατέρας μου: Αντώνης Μπάλιος. Οικοδόμος, χτίστης και καλουπατζής, της σχολής οικοδόμων Τατοϊου, είχε χτίσει τα περισσότερα λαθραία σπίτια στο Μπραχάμι ή συμπληρωματικά δωμάτια, καθώς οι άνθρωποι αδυνατούσαν οικονομικά να βγάλουν άδειες ανέγερσης και οι οικογένειες μεγάλωναν. Τους χρέωνε τα υλικά και το μεροκάματο των εργατών του στο σήκωμα της πλάκας. Ο ίδιος αμειβόταν με ένα απλό μεροκάματο. Κυνηγημένος συνέχεια στις οικοδομές από την αστυνομία, είχε τον προσωπικό του Ιαβέρη που τον έψαχνε παντού, πήδηξε μια μέρα από μια ταράτσα για να γλυτώσει, καθώς ο αστυνομικός έτρεχε πάνω, κι έσπασε το πόδι του, αλλά κατόρθωσε να διαφύγει.

Εγώ: Ελένη Μπάλιου του Αντωνίου. Στην ταυτότητά μου γράφει, τόπος γέννησης: Άγιος Δημήτριος Αττικής. Όχι Αθήνα, όχι κάποιο νοσοκομείο των Αθηνών καθώς γεννήθηκα στο σπίτι. Οι προβλέψεις για μένα ήταν δυσοίωνες καθώς δεν προσαρμόστηκα εύκολα στο σχολείο, ίσως ποτέ μέχρι το νυχτερινό, και δεν σεβόμουν πολύ τα ήθη και τα έθιμα της γειτονιάς, που απαρτιζόταν από Κυκλαδίτες κυρίως, που κατοίκησαν μεταπολεμικά σε όλο το μήκος της Σουλίου.  Παραδόξως κι ευτυχώς για μένα, οι «Κασσάνδρες» διαψεύστηκαν. Δεν  έγινα καμιά σπουδαία, αλλά έμαθα να γράφω, όλα όσα μου καταπλάκωναν την ψυχή και μουρμούραγα στις όχθες της Πικροδάφνης. 

Η εγκατάλειψη της γενέτειράς μου περιοχής.   

Όταν κάποτε ήρθαν στη δουλειά μου αστυνομικοί να με συλλάβουν, ετών 19, γιατί είχα αγοράσει με δόσεις τη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια και οι δοσατζήδες δεν έρχονταν να πάρουν τη δόση. Η εταιρεία μου ζήτησε ξαφνικά ολόκληρο το ποσόν, εγώ τους έδωσα την εγκυκλοπαίδεια πίσω, αλλά το δικαστήριο συνεχίστηκε ερήμην μου για τα χρήματα… 

Οι αστυνομικοί με άφησαν μόνη μου σε ένα δωμάτιο για ώρα. Υπήρχε ένα μοναδικό τραπέζι εκεί και μια καρέκλα. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένας φάκελος με το ονομά μου που έγραφε, «Απόρρητος» Μετά από μια ώρα που περίμενα εκεί και κανείς δεν ερχόταν, πλησίασα τον φάκελο, τον μισάνοιξα και άρχισα να διαβάζω. «Σύμφωνα με την κατάθεση της εξαδέλφης της Στέλλας…….., η αναφερομένη, έφυγε από το σπίτι της προ διετίας διότι δεν επεθύμει να ζήσει με τους γονείς της και επορεύθην προς άγνωστον κατεύθυνση. Μας πληροφόρησε δε ότι την τάδε του μηνός η αναφερομένη, βρέθηκε στην τάδε κουμμουνιστική συγκέντρωση, την τάδε σε άλλη κουμμουνιστική συγκέντρωση, την είδε να φεύγει με συγγενικό τους πρόσωπο για να παραβρεθεί στην κηδεία Γεωργίου Παπανδρέου, σύμφωνα πάντα με την κατάθεση της, εις δε την οδό Σουλίου, να επιδίδεται εις επικόλληση  αφισών εις τα κολώνας της ΔΕΗ την τάδε του μήνα όπου ανεγράφετο το σύνθημα, "ψήφος στα 18" Η μάρτυς ρητά δηλώνει ότι δεν γίνεται να επηρεαστεί ιδεολογικά από την εξαδέλφη της, καθότι τυγχάνει και πέντε χρόνια μεγαλύτερή της. Καθώς διαπιστώθηκε το καθαρό ποινικό της μητρώο, με απόφαση της διοίκησης μπορεί να προχωρήσει εις γάμου κοινωνίαν με τον συνάδελφο τάδε…. Χωρίς περαιτέρω προβλήματα»

Αφού διάβασα τον απόρρητο φάκελο με το όνομά μου, κάθισα πάλι στην καρέκλα μου και ούτε δυο λεπτά μετά, κάποιος με φώναξε στο γραφείο του διοικητή. Εκεί πληροφορήθηκα ότι κατηγορούμαι για υπεξαίρεση βιβλίων και πρόκειται να προβούν σε κανονική σύλληψη μου, αν επιτόπου δεν τους έδινα τα χρήματα που όρισε το δικαστήριο ως πρόστιμο. Τηλεφώνησα στο αφεντικό μου που ήρθε με τα χρήματα, πλήρωσε, και με άφησαν να φύγω. Στο μεταξύ δεν έχασαν την ευκαιρία να μου επιστήσουν την προσοχή για τον επικίνδυνο και αποπροσανατολιστικό δρόμο που είχα διαλέξει, και πως επιθυμούν να με βοηθήσουν καθώς ήμουν ένα νέο κορίτσι να ξεκοπώ από τις άσχημες επιρροές και να επιστρέψω στη νομιμότητα και την κοινωνική αποδοχή. Αυτά εν έτη 1978. Το 74’ είχε πέσει η χούντα και θεωρητικά είχε εκδημοκρατισθεί η χώρα.  

Αγνοώ έκτοτε την τύχη της «εξαδέλφης» Στέλλας, για τους ίδιους λόγους που αγνοώ τη τύχη του μικρού αγαπημένου γεφυριού της Πικροδάφνης. Δεν ξαναπάτησα δηλαδή στην οδό Σουλίου, ποτέ!

No comments:

Post a Comment

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΤΖΟΚΑ "ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟ ΒΑΛΣ" ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ. 11/05/2026

Την παρουσίαση του εξαιρετικού βιβλίου "Αταίριαστο βαλς" του Ακαδημαϊκού και ιστορικού συγγραφέα  Σπύρου Τζόκα, παρουσιάσαμε χθες ...